Οικονομική ανασφάλεια, η «τέλεια καταιγίδα» και πως να την προλάβουμε

Αρχική / Uncategorized / Οικονομική ανασφάλεια, η «τέλεια καταιγίδα» και πως να την προλάβουμε
Οικονομική ανασφάλεια, η «τέλεια καταιγίδα» και πως να την προλάβουμε

Σύμφωνα με την έκθεση για τις παγκόσμιες απειλές που δημοσιεύθηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ένα από τα βασικά προβλήματα της επόμενης δεκαετίας θα είναι η οικονομική ανασφάλεια. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης παγκοσμίως και η αύξηση του χρέους, σε συνδυασμό με τις εμπορικές διαμάχες που παρατηρούνται, δημιουργούν, σύμφωνα με το Φόρουμ, «την τέλεια καταιγίδα».

Πράγματι, ειδικά στην Ελλάδα, είναι εμφανής η πολύ αρνητική πορεία που έχουν πάρει οι κοινωνικοί δείκτες τα χρόνια της κρίσης: με την ανεργία στο 18,5%, το 20,2% του πληθυσμού αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ενώ ο κίνδυνος φτώχειας για συνταξιούχους είναι στο 9,5%, το ποσοστό τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί για τις οικογένειες με δύο παιδιά, και κυμαίνεται στο 22,8%, πάντα μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Πρώτο αβίαστο συμπέρασμα: η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ της επιβολής φόρων για τη διατήρηση του κομματικού και γραφειοκρατικού κράτους,  επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση των δυνητικώς οικονομικά ενεργών πολιτών. Πιστεύω ότι ως κοινωνία δεν πρέπει να θέλουμε κανέναν παγιδευμένο στην φτώχεια, ούτε τους ανθρώπους εξαρτημένους για πάντα από επιδόματα. Υγιείς φυγή από τη φτώχια, είναι καλά αμειβόμενες δουλειές που θα δώσουν στους οικονομικά αδύναμους της δυνατότητα να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.

Υπάρχει ανάγκη ριζικής αλλαγής πολιτικής: Κανένα σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την φτώχεια όσο η ίδια η οικονομία υπολειτουργεί, όσο δεν δημιουργούνται ποιοτικές θέσεις απασχόλησης με αξιοπρεπείς μισθούς, και όσο δεν αυξάνεται η συνολική παραγωγικότητα και ο πλούτος. Η έμπρακτη αλληλεγγύη περνά μέσα από πολιτικές που θα απελευθερώσουν την οικονομία από τα δεσμά του κρατισμού και θα δημιουργήσουν ευκαιρίες για τους πιο αδύναμους, ούτως ώστε να μην μένει κανείς πίσω.

Με αυτό το πνεύμα, προέχουν οι πολιτικές που θα απελευθερώσουν πόρους και θα δώσουν ώθηση στις λανθάνουσες δυνάμεις της οικονομίας: Η καθιέρωση χαμηλού εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή, στο 9% από το 22% που είναι σήμερα, η προοδευτικότερη κλίμακα, αλλά και η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κύριας σύνταξης στο 15% από το 20%, είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμη, η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και η ολοκληρωμένη δέσμη προτάσεων για την δεύτερη ευκαιρία – η αποτυχία δεν είναι πια ταμπού, αλλά εφαλτήριο για νέα αρχή- θα δημιουργήσουν κλίμα εμπιστοσύνης και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας.

Ας στραφούμε όμως στους πιο αδύναμους, αυτούς που χρειάζονται την αρωγή του κράτους. Η αύξηση του προϋπολογισμού για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, μία πολιτική που καθιέρωσε η Νέα Δημοκρατία, θα αυξηθεί στο € 1 εκ. με στόχο να καλύπτει τουλάχιστον 800.000 συμπολίτες μας. Παράλληλα, η ίδια η δομή της οικονομίας έχει επηρεαστεί από την 4ηβιομηχανική επανάσταση, την ρομποτική: έτσι, παραδοσιακές θέσεις χάνονται, και δημιουργείται η ανάγκη μετεκπαίδευσης των εργαζομένων σε νέες δεξιότητες. Επομένως, χρειάζεται αναμόρφωση των υπηρεσιών στήριξης των ανέργων: Τα προγράμματα απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων να είναι καλύτερα στοχευμένα στους μακροχρόνια ανέργους και να βοηθούν στην απόκτηση των απαραίτητων δεξιοτήτων για την επιτυχή επιστροφή στην αγορά εργασίας. Έτσι, οι άνεργοι θα μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να βρουν μια καλά αμειβόμενη θέση εργασίας.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει επιλέξει να δεσμεύσει την Ελλάδα σε υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία συντηρεί με την υπερφορολόγηση που στραγγίζει την οικονομία. Σαν να μην έφτανε αυτό, έχει καθιερώσει το «υπερπλεόνασμα», ξεπερνώντας τις συμβατικές υποχρεώσεις μας έναντι των δανειστών. Κάθε χρόνο μοιράζει ένα – πολύ μικρό!-  μέρος του υπερπλεονάσματος με έκτακτα επιδόματα. Η Νέα Δημοκρατία δεν πιστεύει στα επιδόματα, αντιθέτως θέλει τους πολίτες ελεύθερους από τις έγνοιες της καθημερινότητας, για να μπορούν να αφιερωθούν στις επιδιώξεις τους, προσωπικές και επαγγελματικές, σε αυτά που επιλέγουν να κάνουν – και όχι που τους επιβάλλονται από το μακρύ χέρι του κράτους.

Είναι ο μόνος τρόπος να πάει ο καθένας μας ξεχωριστά και η κοινωνία συλλογικά μπροστά.