Στα όρια το συνταξιοδοτικό μας σύστημα

Ιούνιος 6, 2018


Δημοσιεύθηκε www.naftemporiki.gr-06.06.2018

Η Ελληνική οικονομία μετά από επτά χρόνια ύφεσης, βρίσκεται την τελευταία τριετία ουσιαστικά καθηλωμένη από πλευράς εθνικού πλούτου (ΑΕΠ). Η πορεία αυτή, έχει φέρει αύξηση ανεργίας, άρα λιγότερες και μάλιστα χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η κατάσταση αυτή με τη σειρά της συνεπάγεται μικρότερες εισφορές για τις ανάγκες του συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο έτσι μετατρέπεται στο σοβαρότερο οικονομικοκοινωνικό πρόβλημα της χώρας μας.

Για να συλλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος, έχει σημασία να κατανοήσουμε καλά τη λειτουργία του συνταξιοδοτικού. Το σύστημα στην Ελλάδα είναι διανεμητικό. Οι σημερινοί εργαζόμενοι με τις εισφορές τους, καταβάλλουν ουσιαστικά τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Με απλά λόγια είναι ένα σύστημα εσόδων εξόδων.

Τα έσοδα του είναι οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα, συν η ετήσια κρατική χρηματοδότηση. Αυτά τα έσοδα χρηματοδοτούν κάθε χρόνο τα έξοδα του, που δεν είναι άλλα από τις συντάξεις των συνταξιούχων.

Από τι εξαρτώνται τα έσοδα και τα έξοδα του συστήματος;

Η κρατική χρηματοδότηση, προφανώς εξαρτάται από τη δυνατότητα του κράτους να συμβάλει στο συνταξιοδοτικό. Αν το κράτος έχει έσοδα, μπορεί να πληρώνει συντάξεις. Όταν είχε δυνατότητα δανεισμού από τις ξένες αγορές, παρείχε συντάξεις, που σε πολλές περιπτώσεις δεν δικαιολογούνταν από τις καταβληθείσες εισφορές των εργαζομένων (υπολογισμός σύνταξης με βάση το ύψος αμοιβών και εισφορών της τελευταίας πενταετίας, ποσοστά αναπλήρωσης που ξεπερνούσαν το 100%!!). Το κράτος από το 2000 μέχρι και το 2017, χρηματοδότησε το συνταξιοδοτικό με 204,5 δισ. ευρώ!!!

Τώρα όμως, η δυνατότητα να δανείζεται το κράτος για να πληρώνει συντάξεις, δεν υπάρχει. Έτσι το Μεσοπρόθεσμο 2018 – 2021, έχει κλειδώσει την κρατική χρηματοδότηση προς το συνταξιοδοτικό σύστημα ως εξής:

Άρα το κράτος για την τριετία 2019 – 2021, θα εισφέρει κάθε χρόνο στο συνταξιοδοτικό περίπου 15,5 δις. ευρώ.

Σε ότι αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, νομίζω ότι είναι στον καθένα προφανές ότι τα έσοδα του συνταξιοδοτικού από τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, σχετίζονται με τις θέσεις εργασίας και το ύψος των αμοιβών στην οικονομία. Αυτή είναι η βασική παράμετρος μεταβολής των εσόδων. Τα καθαρά έσοδα στο συνταξιοδοτικό από τον ιδιωτικό τομέα προβλέπονται το 2018 σε 12,3 δις ευρώ, ύψος που είναι περίπου σταθερό την περίδο 2015- 2017. Η σύγκριση με το 2010, όπου οι εισπράξεις από τον ιδιωτικό τομέα για τις συντάξεις ξεπερνούσαν τα 16,5 δις ευρώ, είναι ενδεικτική του τι έχει συμβεί.

Με δεδομένο το επίπεδο των εσόδων του συνταξιοδοτικού και αφού πλέον είναι αδύνατη η δανειοδότηση για πληρωμή συντάξεων, τότε η πληρωμή των συντάξεων θα διαμορφώνεται ανάλογα με τα έσοδα.

Τα έξοδα του συνταξιοδοτικού είναι μια πολύ απλή σχέση: Αριθμός συνταξιούχων * μέση σύνταξη.

Ο αριθμός των συνταξιούχων σχετίζεται με το προσδόκιμο μέσο όρο ζωής. Ευτυχώς για τη χώρα μας, σε μόλις 15 χρόνια, έχει ανέλθει, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, από 77,89 έτη το 2000, σε 81,59 έτη το 2015. Πέρα από την αναμφισβήτητη αξία της αύξησης αυτής, αλλά και της ανοδικής τάσης που έχει, η εξέλιξη αυξάνει το κόστος τους συνταξιοδοτικού συστήματος και πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη στους σχεδιασμούς μας στο μέλλον.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι σήμερα ο αριθμός των συνταξιούχων είναι 2.580.000. Το 2000 ήταν 2,2 εκατ., δηλαδή μέσα σε 17 χρόνια είχαμε αύξηση 17,3%.  Οι συντηρητικές προβλέψεις για τον αριθμό τους το 2030, είναι ότι θα βρίσκονται περίπου στις 3 εκατ. δηλαδή αύξηση κατά 16%.

Άρα για να διατηρηθεί το σημερινό επίπεδο της μέσης σύνταξης, πρέπει οι εισφορές των εργαζομένων να αυξηθούν κατά 16% μέχρι το 2030, κάτι που με δεδομένη της πρόβλεψη για μείωση του αριθμού του ενεργού πληθυσμού, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Το μέγεθος αυτό, εξαρτάται από το ύψος του ΑΕΠ της χώρας μας.

Το μέλλον για τη βιωσιμότητα του συστήματος με τη σημερινή του μορφή είναι ζοφερό. Τα μεγέθη, που προαναφέρθηκαν οδηγούν, αρκετά σύντομα κατά τη γνώμη μου, σε αδιέξοδο. Κάτι πρέπει να κάνουμε γρήγορα και αυτό το κάτι δεν είναι άλλο από τη μετάβαση του συστήματός μας από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό.