Πτυχία χωρίς αντίκρισμα και εταιρείες χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό

Ιούλιος 14, 2018


Δημοσιεύθηκε Εφημερίδα ΕλεύθεροςΤύπος- 14.7.2018

Δύο πρόσφατες έρευνες που είδαν το φως της δημοσιότητας αναδεικνύουν μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της χώρας: την αναντιστοιχία μεταξύ εκπαίδευσης και αναγκών της αγοράς εργασίας.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια που ένα πτυχίο από  ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν ικανή προϋπόθεση για να βρει κάποιος μια θέση στην αγορά εργασίας και έναν αξιοπρεπή μισθό. Θυμόμαστε όλοι πολύ καλά την εποχή των γονιών μας που η εκπαίδευση ήταν ο κύριος μοχλός κοινωνικής ανέλιξης. Σήμερα αυτή η εποχή φαντάζει πολύ μακρινή.

Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), ο άνεργοι πτυχιούχοι εν μέσω οικονομικής κρίσης αυξήθηκαν κατά 179,1%. Τα ποσοστά ανεργίας σε απόφοιτους ΑΕΙ από το 7% το 2009, ανέβηκαν στο 17,1% το 2017. Ένας στους τέσσερις (24%) πτυχιούχους των ανθρωπιστικών σπουδών είναι άνεργος ενώ το ποσοστό στους πτυχιούχους κοινωνικών, οικονομικών και φυσικών επιστημών είναι επίσης υψηλό (19%).

Την ίδια στιγμή  σύμφωνα με τα ευρήματα της ετήσιας διεθνούς έρευνας έλλειψης ταλέντου της ManpowerGroup για το 2018, έξι στους 10 εργοδότες στην Ελλάδα δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις εργασίαςεξαιτίας της έλλειψης προσωπικών, επαγγελματικών και τεχνικών δεξιοτήτων των υποψηφίων. Το ποσοστό αυτό (61%) αποτελεί το υψηλότερο που καταγράφεται στην Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια διεξαγωγής της έρευνας, ενώ η χώρα μας βρίσκεται 16 μονάδες πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο (45%). Το ποσοστό αυτό το είχε επιβεβαιώσει σε παλαιότερη ομιλία του και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ.

Έχουμε λοιπόν το εξής οξύμωρο σχήμα. Πολλά νέα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια, νέα τμήματα μεταπτυχιακών σε όλη την επικράτεια, αύξηση των πτυχιούχων, αλλά και αύξηση των ανέργων πτυχιούχων. Ενώ στο σύνολο του πληθυσμού έχουμε ένα εκατομμύριο ανέργους (μία τεράστια προσφορά εργατικού δυναμικού), ταυτόχρονα έχουμε το 60% των μελών του ΣΕΒ να δυσκολεύεται να καλύψει τις κενές θέσεις εργασίας.

Το πρόβλημα της αναντιστοιχίας της εκπαίδευσης με αυτό που αποκαλούμε αγορά, που δεν είναι άλλο από την πραγματική οικονομία και τις ανάγκες της, προϋπήρχε της κρίσης. Απλά όπως σε όλους τους τομείς η κρίση λειτούργησε ως μεγεθυντικός φακός.

Μέχρι πρότινος το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του δημοσίου τομέα. Οι σπουδές οδηγούσαν ως επί το πλείστον στην ασφάλεια της μισθωτής μόνιμης εργασίας. Η ανάγκη αυτή μεγέθυνε το κράτος που με τη σειρά του δημιουργούσε νέες ανάγκες, άρα και νέες σχολές. Όταν αυτός ο φαύλος κύκλος έσπασε, το μοντέλο της εκπαίδευσης δεν άλλαξε για να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Ένα μοντέλο δυναμικό, ανταγωνιστικό, υψηλής προστιθέμενης αξίας σε τεχνολογία αιχμής και προπάντων εξαγωγικό. Αποτέλεσμα, άνεργοι πτυχιούχοι και εταιρείες που να μην μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Τα εκπαιδευτικό μας σύστημα επιβάλλεται να αλλάξει κατεύθυνση. Δεν είναι ανάγκη να ανακαλύψουμε την Αμερική, αλλά να ακολουθήσουμε τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές που δεν θα αφορούν μόνο τα πανεπιστήμιά μας, αλλά και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Απαιτείται έμφαση στην τεχνική – επαγγελματική λυκειακή εκπαίδευση σε συνεργασία με τις ανάγκες της αγοράς σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Απαιτείται επίσης μία γενναία στροφή της τριτοβάθμιας εκπαίδευση και σύνδεσή της με το νέο παραγωγικό μοντέλο που έχει ανάγκη η χώρα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει συγκεκριμένες προτάσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Προτάσεις που αφορούν την σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγή, την ανάληψη της κατάρτισης από τα Πανεπιστήμια και τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση των ξενόγλωσσων τμημάτων, την έρευνα, την καινοτομία, τη δημιουργία κουλτούρας επιχειρηματικότητας. Οι παθογένειες του παρελθόντος είναι ακόμα κραταιές. Αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά θα πρέπει να συγκρουστούμε με τις πολιτικές που τις αναπαράγουν.