Επενδύσεις, επενδύσεις, επενδύσεις !

Επενδύσεις, επενδύσεις, επενδύσεις !

Δημοσιεύθηκε Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής – 14.3.2019

Η χώρα το 2007 πέτυχε 63 δισ. ευρώ επενδύσεις. Το 2018 είχε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μόλις 20,4 δις. ευρώ. Πτώση τεράστια που αναπόφευκτα επηρεάζει και τον εθνικό μας πλούτο. Πτώση που είναι εντονότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ευρωπαϊκός πλούτος το 2007 ήταν 13% χαμηλότερος από ότι σήμερα και ο παγκόσμιος 32% χαμηλότερος.

Άρα στον τομέα αυτό η πατρίδα μας πρέπει να προσπαθήσει ακόμα περισσότερο. Δεν είναι μόνο το χαμηλό ύψος των επενδύσεων ως απόλυτο μέγεθος, αλλά το ποσοστό τους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Είναι μόλις 11%, όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη και στην ευρωπαϊκή ένωση είναι 21%, ενώ στην Πορτογαλία είναι 17%, στην Ιρλανδία 23,5%, στην Εσθονία 24,5%, στη Ρουμανία 22% και στην Κύπρο 21%

Είμαστε πολύ πίσω, όμως ο στόχος να πάμε σε διπλάσιες επενδύσεις για να πιάσουμε το ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι εφικτός.

Οι επενδύσεις πλέον έχουν έντονο ανταγωνισμό σε διεθνές επίπεδο. Δεν υπάρχουν εμπόδια για την κίνηση κεφαλαίων, προϊόντων, υπηρεσιών, εργατικού δυναμικού. Η κάθε επένδυση σε διεθνές ή σε ευρωπαϊκό επίπεδο αξιολογείται με βάση την αναμενόμενη απόδοση που θα έχει στον επενδυτή. Στοιχεία που επηρεάζουν την αναμενόμενη απόδοση είναι το χρονοδιάγραμμα έναρξης της λειτουργίας της επένδυσης, το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρα υποδοχής, η φορολογία κ.α.

Η χώρα μας αδυνατεί να προσελκύσει επενδύσεις, παρόλο τις χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη χώρα στην ευρωζώνη. Σίγουρα η Κυβέρνηση φέρνει μεγάλη ευθύνη σε αυτό. Τα μηνύματα που στέλνει με τις πράξεις της στους διεθνείς επενδυτές, είναι συγκεκριμένα. «Εδώ δεν υπάρχει σταθερότητα σε τίποτε, θα σας ταλαιπωρήσουμε, θα σας φορολογήσουμε και θα αργήσετε να βρείτε το δίκαιο σας». Το Ελληνικό, οι Σκουριές, η Αφάντου στη Ρόδο και πρόσφατα ο Πειραιάς με το ΚΑΣ που ταλαιπωρεί την Cosco, είναι ισχυρά μηνύματα προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα να ψάχνει να επενδύσει αλλού τα χρήματά της. Να πάει αλλού να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να πάει αλλού να δημιουργήσει πλούτο, να πάει αλλού να μεταφέρει τεχνογνωσία.

Οι επενδύσεις είναι σήμερα μια βασική πηγή εθνικού πλούτου. Πρέπει να τις αναζητήσουμε και από το εξωτερικό, αλλά και από τη χώρα μας. Όσο μάλιστα μεγαλύτερο ποσοστό της επένδυσης μένει στη χώρα, δηλαδή απασχόληση εγχώριου δυναμικού και υλικά ελληνικής παραγωγής, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο εθνικό μας πλούτος.

Πρέπει κατά τη γνώμη μου ξεκάθαρα, χωρίς αστερίσκους, χωρίς ιδεολογικές εμμονές, αν απαντήσουμε στο απλό ερώτημα: «Θέλουμε επενδύσεις στην Ελλάδα;». Αν ναι, τότε όλα τα άλλα είναι ευκολότερα, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση και η γνώση για τα το κάνουμε. Η σημερινή Κυβέρνηση δεν έχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο, παρόλο που πλέον πολλά στελέχη τους καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία, αντιλαμβάνονται ότι τα περιθώρια στενεύουν. Νέες επενδύσεις θα δημιουργήσουν νέες δουλειές και πλούτο στη χώρα. Έτσι στέλνουν με κάθε τρόπο και προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι η επόμενη κυβέρνηση της χώρας θα είναι η πιο φιλοεπενδυτική κυβέρνηση στην ιστορία της Ελλάδος. Μείωση του ρόλου και του κόστους του κράτους, είναι πρώτη μας προτεραιότητα. Αυτό θα μας επιτρέψει αφενός να μειώσουμε τη φορολογική επιβάρυνση σε επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά και στη συνέχεια να μετατρέψουμε το νέο δημόσιο που οραματιζόμαστε να φτιάξουμε, από εμπόδιο στις επενδύσεις που είναι σήμερα, σε ένα πραγματικό συνεταίρο για όλες τις επιχειρήσεις, με στόχο να αυξηθεί το μερίδιο των αγαθών και των υπηρεσιών της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Δεν έχει νόημα να πούμε πολλά λόγια για αυτό. Το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιστεύει σε αυτή την πολιτική, είναι πλέον φανερό. Το ερώτημα για εμάς στη Νέα Δημοκρατία, είναι πόσο γρήγορα θα κάνουμε το δημόσιο, μικρότερο και φιλικότερο στην επιχειρηματικότητα. Μέχρι να το κάνουμε όμως, η πιο εμβληματική πρότασή μας για τις επενδύσεις είναι η εξής απλή: Αν η δημόσια διοίκηση δεν απαντήσει σε αποκλειστικές προθεσμίες για την άδεια σε επένδυση, τότε αυτή η αρμοδιότητα πηγαίνει στο επίπεδο του υφυπουργού.