Απαραίτητη η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών

Σεπτέμβριος 8, 2018


Δημοσιεύθηκε Εφημεριδα Ελεύθερος Τύπος - 8.09.2018

Το συνταξιοδοτικό είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Οι στρεβλώσεις του, έχουν ίσως της κύρια ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας. Μέτρα όπως ποσοστά αναπλήρωσης της σύνταξης πάνω από 100% του μισθού, ή ο υπολογισμός της σύνταξης με βάση τις ασφαλιστικές εισφορές της τελευταίας πενταετίας, ανεξάρτητα από τις ασφαλιστικές εισφορές του συνόλου του εργασιακού βίου του εργαζόμενου, δημιούργησαν μεγάλα ελλείμματα στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Τα ελλείματα καλύπτονταν από το κράτος με δανεικά κεφάλαια από το εξωτερικό και τελικά η χώρα οδηγήθηκε στη χρεωκοπία.

Το τέλος των δανεικών και οι μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές στο σύστημα λόγω μείωσης των θέσεων εργασίας, οδήγησαν αναπόφευκτα στη μείωση των συντάξεων. Ένα μέτρο «μπακαλίστικο» που μόνο στόχο έχει το σύστημα να έρθει σε κάποια ισορροπία, που όμως λόγω του δημογραφικού διαταράσσεται διαρκώς. Αν η συνταξιοδοτική δαπάνη παραμένει σταθερή, τότε η αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων, οδηγεί σε μείωση της μέσης σύνταξης.

Επιπρόσθετα η συνταγή του Νόμου Κατρούγκαλου, είχε και μια δεύτερη αστοχία. Η σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα στους ελεύθερους επαγγελματίες, έδωσε ένα επιπλέον κίνητρο να φοροαποφυγή, άρα και εισφοροαποφυγή. Μεγαλύτερη απόδειξη από τη μείωση των δηλωμένων εισοδημάτων των Ελλήνων το 2017, δεν υπάρχει. Φυσικά μειωμένα εισοδήματα, σημαίνουν και μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές.

Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών ή των συντελεστών των ασφαλιστικών εισφορών, δεν οδηγεί πάντα σε αύξηση των εσόδων. Αυτό έχει ένα όριο σύμφωνα με τη θεωρία της καμπύλης Laffer. Αυτό ζούμε στην Ελλάδα όταν επιλέγεται η αύξηση της φορολογίας, αντί η μείωση των κρατικών δαπανών. Αυτό συμβαίνει και στο ασφαλιστικό σύστημα.

Οι ασφαλιστικές εισφορές, έχουν μεγάλο αντίκτυπο στο ΑΕΠ. Πολλαπλασιαστές για αυτές, δεν υπάρχουν, αλλά οι σχετικοί υπολογισμοί γίνονται με τους πολλαπλασιαστές της ECBγια τις επενδύσεις (εισφορές εργοδοτών) και το εισόδημα (εισφορές εργαζομένων). Κατά μέσο όρο αυτές δίνουν περίπου 1% για το 2οχρόνο και 2% μακροχρόνια. Δηλαδή μια μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 1%, θα φέρει αύξηση του ΑΕΠ κατά 1% το δεύτερο χρόνο και κατά 2% μακροπρόθεσμα. Αυτό πρακτικά σημαίνει όμως και μείωση της ανεργίας, άρα αύξηση της απασχόλησης κατά περίπου το μισό του ποσοστού του ΑΕΠ, άρα μείωση ανεργίας κατά 0,5% το 2οχρόνο και 1% μακροπρόθεσμα.

Με βάση το σημερινό ποσοστό των ανέργων, το 0,5% είναι 50.000 περίπου νέες θέσεις εργασίας. Με μέσο ετήσιο μισθό 10.000 ευρώ, θα έχουμε νέες ασφαλιστικές εισφορές (με 18%) περίπου 90 εκατ. ευρώ, που θα καλύπτουν από τον πρώτο σχεδόν χρόνο το 20% της απώλειας των εσόδων, ενώ μακροπρόθεσμα το 40% αυτών. Σε βάθος χρόνου και αν υπολογίσουμε και τα επιπλέον φορολογικά έσοδα από τις νέες θέσεις εργασίας, τότε το σύστημα σε λίγα χρόνια θα έρθει σε ισορροπία με σαφώς μειωμένη ανεργία. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και τις νέες επενδύσεις που θα έρθουν μέσα από μια πολιτική μείωσης κρατικών δαπανών και φορολογίας τότε νέο σημείο ισορροπίας της οικονομίας σε υψηλότερο επίπεδο ΑΕΠ θα έρθει πολύ πιο σύντομα.

Οι προτάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη λοιπόν, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, δεν είναι παροχολογία. Είναι μέτρο αλλαγής των βασικών παραμέτρων της ανάπτυξης, που θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε νέες θέσεις εργασίας. Είναι μέτρο που θα οδηγήσει σε νέες επενδύσεις, σε νέες εξαγωγές σε αυξημένο εθνικό πλούτο και τελικά σε σημαντική αύξηση της ευημερίας των Ελλήνων πολιτών.

 

Η Νέα Δημοκρατία, έχει σχέδιο για τη χώρα και αυτό θα θέσει στην εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού.