Όταν οι νόμοι «εύχονται» να έχει χρήματα ο ιδιωτικός τομέας να πληρώνει…

Μάιος 9, 2018


Δημοσιεύθηκε www.capital.gr

Τι κοινό έχει η νομοθεσία για τις συντάξεις και τον κατώτατο μισθό;

Τη λογική ότι άλλος νομοθετεί και άλλος πληρώνει. Πολύ απλά και οι δύο νομοθεσίες εύχονται να υπάρχουν χρήματα από τον ιδιωτικό τομέα να πληρώνονται όσα ο νομοθέτης ορίζει.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Ξεκινάμε από τις συντάξεις. Όλοι οι νόμοι για το συνταξιοδοτικό τα τελευταία χρόνια περιγράφουν τον τρόπο υπολογισμού των μελλοντικών συντάξεων. Λίγο πολύ προβλέπουν ότι όταν κάποιος συνταξιοδοτηθεί, θα λαμβάνει μια σύνταξη που θα υπολογίζεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

Παλαιότερα ο νομοθέτης ήταν γαλαντόμος. Είχε θεσπίσει συντάξεις με ποσοστά αναπλήρωσης άνω του 100% του εισοδήματος, ή συντάξεις που υπολογίζονταν με βάση το μισθό της τελευταίας πενταετίας, ανεξάρτητα από το ύψος των πραγματικών εισφορών που είχε καταβάλλει ο εργαζόμενος.

Η «θέσπιση», η νομοθέτηση των συντάξεων, ήταν επί της ουσίας πράξη εκμαυλισμού, ενέργεια κοντόφθαλμη που μετέθετε τη λύση του προβλήματος στο μέλλον. Πρακτικά ισοδυναμούσε με ευχές να υπάρχουν στο μέλλον τα χρήματα για πληρωθούν αυτές οι συντάξεις. Επί της ουσίας, ο νομοθέτης ευχόταν να μπορεί ο ιδιωτικός τομέας με τις εισφορές του να καλύπτει τις συντάξεις όταν αυτές έπρεπε να πληρωθούν.

Οι συνταξιούχοι όμως ζούσαν σε πλάνη. Είχαν πειστεί ότι θα πάρουν μια συγκεκριμένη σύνταξη και έτσι προγραμμάτιζαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους, ανάλογα με τις υπεσχημένες σε αυτούς συντάξεις.

Αντίστοιχο είναι και το παράδειγμα του κατώτατου μισθού. Η κα Αχτσιόγλου πρόσφατα δήλωσε ότι επιθυμεί να αυξήσει (με νόμο) το επίπεδο του κατώτατου μισθού. Γενναία κίνηση θα πει κάποιος… Έλα ντε όμως που και σε αυτή την περίπτωση άλλος νομοθετεί και άλλος πληρώνει… Ο νομοθέτης ουσιαστικά «εύχεται» να έχουν έσοδα οι εργοδότες να πληρώνουν όσα ο ίδιος νομοθετεί για τον κατώτατο μισθό.

Διότι πολύ απλά η αγορά εργασίας είναι μια κλασσική περίπτωση που ισχύει ο βασικός κανόνας των οικονομικών, αυτός της προσφοράς και της ζήτησης. Έτσι αν υπάρχει ζήτηση εργασίας, τότε η ανεργία μειώνεται και οι αμοιβές αυξάνονται, άρα η έννοια του κατώτατου μισθού χάνει την αξίας της γιατί οι πραγματικές αμοιβές στην οικονομία τον υπερβαίνουν.

Αν όμως έχουμε πτώση τζίρου στις επιχειρήσεις, η ζήτηση εργασίας μειώνεται, η ανεργία αυξάνεται, οι μισθοί πέφτουν και δεν τους σώζει κανένας κατώτατος μισθός που κάποιος Υπουργός θέλει να νομοθετήσει αδιαφορώντας αν οι επιχειρήσεις έχουν έσοδα να ανταποκριθούν στις κατώτατες αμοιβές.

Στον αντίποδα «των ευχών» του νομοθέτη, στις περιόδους κρίσεων η αγορά βρίσκει την ισορροπία της. Απολύσεις προσωπικού, ανασφάλιστη εργασία, μαύρες επιστροφές στα ΑΤΜ από τους κατώτατους μισθούς προς τις επιχειρήσεις κλπ. «Ισορροπία» πάντως βρίσκεται. «Ισορροπία» που όμως την πληρώνει ο συνεπής επιχειρηματίας και φυσικά ο εργαζόμενος…

Στις συντάξεις και στην αγορά εργασίας, η οικονομία λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες. Ο νομοθέτης πρέπει να τους κατανοεί. Αν δεν τους λαμβάνει υπόψη του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τότε νομοθετεί με ευχές, νομοθετεί στέλνοντας την μπάλα στην εξέδρα…

Κατά τη γνώμη μου όταν ο νομοθέτης λειτουργεί κατ’ αυτό τον τρόπο, πολύ απλά πρέπει να πάψει να νομοθετεί…

Καλύτερα να αφήσει τα πράγματα να βρουν την ισορροπία από μόνα τους…