Όταν η αντιπολίτευση υπερέχει και δικαιώνεται…

Μάιος 8, 2018


Δημοσιεύθηκε www.parapolitika.gr

Η πολιτική της Κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα απέναντι σε αλλαγές που χρειάζονταν να γίνουν στην πατρίδα μας, είναι συγκεκριμένη.

Τις τελευταίες μέρες οι εξελίξεις σε δύο κρίσιμους τομείς, στη ρύθμιση των χρεών του ιδιωτικού τομέα με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και στο μέτωπο της ΔΕΗ, επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.

Αρχικά σε ότι αφορά τον εξωδικαστικό συμβιβασμό η Kυβέρνηση απαξίωσε κάθε προηγούμενη προσπάθεια. Στην αρχή μοίρασε μαγικές λύσεις υιοθετώντας προτάσεις περί σεισάχθειας και κουρέματος δανείων. Έκλεισε το μάτι στους κακοπληρωτές, ενώ έδωσε «κίνητρα» σε όσους πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους, να σταματήσουν να πληρώνουν. Αποτέλεσμα να αυξηθούν τα κόκκινα δάνεια και οι επισφάλειες των τραπεζών. Όταν η κατάσταση έφτασε στο αμήν για την αγορά, αναγκάστηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση, να φέρει στη Βουλή και να ψηφίσει την δική της πρότασή περί εξωδικαστικού συμβιβασμού. Μία πρόταση που όμως περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

Η αντιπολίτευση είναι προειδοποήσει ότι ο τρόπος που η Κυβέρνηση προσπαθούσε να ρυθμίσει το θέμα ήταν γραφειοκρατικός και αναποτελεσματικός. Η Κυβέρνηση όμως το βιολί της, αυτό του κρατισμού. Αντί να υιοθετήσει απλές διαδικασίες που θα διευκολύνουν επιχειρήσεις και επαγγελματίες να ρυθμίσουν τα χρέη τους, διαδικασίες που θα περιορίζονται στους τρεις βασικούς πιστωτές, στις Τράπεζες, στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία, καθιέρωσε ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό σύστημα, με πολλά δικαιολογητικά, με συνεχή εμπόδια και αποτρεπτικά κριτήρια που οδηγεί τελικά τους ενδιαφερόμενους στα δικαστήρια.

Έτσι, ένα χρόνο μετά, ο «εξωδικαστικός συμβιβασμός» έχει αποτύχει παταγωδώς και χιλιάδες άνθρωποι που θα μπορούσαν να ρυθμίσουν τα χρέη τους, παραμένουν εγκλωβισμένοι. Στην ηλεκτρονική πλατφόρμα έχουν κατατεθεί αιτήσεις από 27.000 επιχειρήσεις. Η διαδικασία προχωρά με ρυθμό χελώνας, με αποτέλεσμα να έχουν ολοκληρώσει την απαιτούμενη διαδικασία μόλις 700 επιχειρήσεις και να έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους 23, οι οποίες κατά κανόνα αφορούσαν ρύθμιση με ένα τραπεζικό πιστωτή!

Στην υπόθεση της ΔΕΗ η κυβέρνηση ακολούθησε την ίδια τακτική. Στην αρχή ακύρωσε το σχέδιο της προηγούμενης κυβέρνησης για τη «μικρή ΔΕΗ» κάνοντας λόγο για εθνικό έγκλημα. Τρία χρόνια υλοποιώντας τις πολιτικές του κινήματος «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» εκτίναξε τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της εταιρείας από το 1 δις ευρώ του 2014 στα 3 δις ευρώ περίπου σήμερα. Για να μειώσει το μερίδιο της ΔΕΗ, όπως ορίζει η κοινοτική νομοθεσία, από το 95% της αγοράς στο 50% μέχρι το 2020, εφάρμοσε ένα σύστημα πλειστηριασμών ρεύματος (ΝΟΜΕ), πουλώντας στην ουσία ενέργεια σε τρίτους σε τιμές μικρότερες του κόστους. Παράλληλα ακυρώνοντας την πώληση του 66% του ΑΔΜΗΕ, και πουλώντας μόνο το 24%, εισέπραξε 300 εκατομμύρια ευρώ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να απολέσει η εταιρεία από την ακύρωση του σχεδίου της «μικρής ΔΕΗ» ρευστότητα 1,5 με 2 δις ευρώ που τόσο την έχει ανάγκη και η χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ να μειώνεται κατά 80%.

Φτάνοντας για μια ακόμα φορά στο παρά πέντε και υπό την πίεση της τέταρτης αξιολόγησης, η κυβέρνηση προσπαθεί να ανοίξει την αγορά ενέργειας με το λάθος τρόπο. Προσπαθεί να πουλήσει μόνο λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ (που ο ίδιος ο Υπουργός μιλά απαξιωτικά για αυτές) και κρατά το σύνολο των υποχρεώσεων και το υπερβάλλον προσωπικό στην εταιρία! Ο διαγωνισμός το πιθανότερο είναι ότι δεν θα έχει θετική έκβαση. Και η ίδια η ΔΕΗ θα παραμείνει με χρέη, υποχρεώσεις, υπερβάλλον προσωπικό, άρα θα έχουμε μια μη ανταγωνιστική ΔΕΗ, με αβέβαιο μέλλον. Και λιγότερο ανταγωνιστική Δ.Ε.Η. σημαίνει ψηλό κόστος ρεύματος για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

Η Νέα Δημοκρατία ασκώντας υπεύθυνη πολιτική και στα δύο θέματα κατάθεσε συγκεκριμένες προτάσεις. Η πορεία των πραγάτων μας δικαίωσε, τόσο στον εξωδικαστικό συμβιβασμό, όσο και στην ΔΕΗ. Η Κυβέρνηση τότε μας κατηγορούσε ότι κινδυνολογούμε. Απλά αποδείχθηκε ότι οι ιδέες μας υπερέχουν και το πρόγραμμά μας δικαιώνεται.