Οριστική υπέρβαση της κρίσης. Επιβεβλημένη η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας

Ιούλιος 15, 2017


Δημοσιεύθηκε Περιοδικό Επίκαιρα

Η αξιολόγηση έκλεισε με δέκα έξι μήνες καθυστέρηση. Κόστισε στη χώρα 5,5 δις νέα μέτρα από το 2018 και μετά, χωρίς όμως χρηματοδότηση.

Παράλληλα συμφωνήθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και λίγο πάνω από 2% μέχρι το 2060! Η δε συμφωνία για το χρέος (στην ουσία οι παραμετρικές αλλαγές) που τόσο είχε ποντάρει η κυβέρνηση, παραπέμπεται, όπως πολλές φορές είχαν αναφέρει οι δανειστές, κατά το καλοκαίρι του 2018, όπου λήγει το πρόγραμμα, ενώ η ένταξη της χώρας στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, δεν φαίνεται προς το παρόν εφικτή.

Στα κρατικά ταμεία θα εισρεύσουν 8,5 δις ευρώ, πολύ λιγότερα από τα 13,5 δις ευρώ που θα έπρεπε να πάρουμε μέχρι τον Μάρτιο του 2017 σύμφωνα με το τρίτο Μνημόνιο. Με τα χρήματα της δόσης η χώρα εξοφλεί τις δανειακές υποχρεώσεις του Ιουλίου ύψους 7,4 δις ευρώ και αποφεύγει την χρεωκοπία.

Η κυβέρνηση για όλα αυτά πανηγυρίζει!

Αν ο στόχος είναι αυτός, δηλαδή κάθε καλοκαίρι η χώρα να φλερτάρει με την κατάρρευση και στο τέλος να την αποφεύγει με επί πλέον αχρείαστα μέτρα, τότε καλώς πανηγυρίζει και ας πανηγυρίσουμε και εμείς μαζί της. Ο στόχος όμως μιας χώρας σε εφτά χρόνια ύφεσης και οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να είναι η συντήρηση της αβεβαιότητας και η αποφυγή της χρεωκοπίας, αλλά η οριστική υπέρβαση της κρίσης και η επιστροφή στην κανονικότητα. Και αυτό θα επιτευχθεί μόνο με την ανάπτυξη της οικονομίας, με την αύξηση του παραγόμενου πλούτου της χώρας.

Η κυβέρνηση δείχνει ότι δεν μπορεί να υπηρετήσει αυτό τον στόχο όσο και να θέλει. Η πλειοψηφία των στελεχών της δεν πιστεύει στην ανάπτυξη μέσω της ιδιωτικής οικονομίας και δεν έχει τις παραστάσεις που θα τους δώσουν την δυνατότητα να ασκήσουν τις αναγκαίες πολιτικές για να μπει η χώρα σε βιώσιμη τροχιά ανάπτυξης. Καλείται η κυβερνώσα αριστερά, από κόμμα διανομής να γίνει κόμμα παραγωγής. Και καθώς αυτό υπηρετείται από ένα μικρότερο και λιγότερο παρεμβατικό κράτος στην οικονομία, έρχεται σε αντίθεση με τον πυρήνα της πολιτικής τους κουλτούρας, που δεν είναι άλλη από τον κρατισμό. Μόνο που λεφτά πλέον για να συντηρηθούν οι παθογένειες του κρατισμού δεν υπάρχουν και αυτά που υπάρχουν είναι μόνο των εταίρων.

Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης για επιστροφή στην ανάπτυξη και οι εκτιμήσεις της για οριστική έξοδο από τα μνημόνια και τις αγορές μοιάζουν περισσότερο με ευσεβείς πόθοι παρά με μία ρεαλιστική πρόβλεψη. Η οριακή ανάπτυξη 0,4%, με τα προσωρινά στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2017, δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ. Ήδη οι προβλέψεις του προϋπολογισμού για ανάπτυξη 2,7% το 2017 έχουν αναθεωρηθεί επί τα χείρω, με τον ΟΟΣΑ να κάνει λόγο για ανάπτυξη 1,1%. Και αυτό καθώς το πρόβλημα ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας είναι μεγάλο. Με το τραπεζικό σύστημα ουσιαστικά νεκρό, τα εισοδήματα μειωμένα και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές σε κράτος και ασφαλιστικά ταμεία συνεχώς να αυξάνονται κατά ένα δις ευρώ το μήνα, το τρένο οδηγείται σε αδιέξοδο. Άλλωστε η πτώση των φορολογικών εσόδων το 2017, το αποτυπώνει καθαρά.

Απαιτείται άμεσα, αλλαγή πολιτικής, ένα αναπτυξιακό σοκ που θα βγάλει την χώρα από το τέλμα. Μία γενναία τομή στο κράτος με αξιολόγηση δομών και προσώπων, προς την κατεύθυνση της μείωσης της παρέμβασής του στην οικονομία, τους κόστους του και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητάς του. Απαιτείται ένα γενναίο άνοιγμα στην επιχειρηματικότητα και στις επενδύσεις με μείωση των φορολογικών συντελεστών, απλούστερο και αποτελεσματικό πλαίσιο αδειοδοτήσεων, νέο χωροταξικό σχέδιο, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Με λίγα λόγια απαιτείται μία νέα κυβέρνηση με αξιοπιστία και ισχυρό κύρος για να επιτύχει μία βιώσιμη συμφωνία με τους εταίρους. Και αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι η σημερινή.

Απομένει για την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου άλλη μια αξιολόγηση. Οι καθυστερήσεις των προηγούμενων αξιολογήσεων και το κόστος τους στην πραγματική οικονομία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για θετική έκβαση από εδώ και πέρα. Προσωπικά αμφιβάλω για τη δυνατότητα της Κυβέρνησης για ολοκληρώσει το παρόν πρόγραμμα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι η χώρα έχει μετατραπεί σε τόπο χαμηλών προσδοκιών, όπου πολίτες και κοινωνία αρκούνται να είναι ευχαριστημένοι με την αποφυγή της χρεωκοπίας, μετά από επτά χρόνια ύφεσης, όταν η Ευρωζώνη έχει ξεπεράσει την κρίση και αναπτύσσεται με ετήσιους ρυθμούς 1,7%. Η απόκλιση με την Ευρώπη μεγαλώνει.

Δεν αξίζει αυτή η πορεία στον τόπο μας. Είναι κατώτερη των θυσιών των Ελλήνων και των προσδοκιών τους.